Αφιέρωμα: 100 χρόνια από τη γέννηση της Μελίνας Μερκούρη

Η Μελίνα Μερκούρη, μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες του 20ού αιώνα, γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1920, στην Αθήνα και άφησε την τελευταία της πνοή στις 6 Μαρτίου του 1994. Το 2020 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννησή της και ανακηρύχτηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως το έτος Μερκούρη. Υπήρξε μία από τις πιο φημισμένες, λαμπρές και αναγνωρισμένες προσωπικότητες της Ελλάδας. Ήταν ηθοποιός του κινηματογράφου και πολιτικός, ενώ η ίδια έγινε σύμβολο του πολιτισμού και του αγώνα για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα. Τη χαρακτήρισαν «τελευταία Ελληνίδα θεά» και «γυναίκα – φλόγα». Ολη της η ζωή ήταν γεμάτη όνειρα, ελπίδες, αγωνίες και αγώνες. Υπήρξε πολύμορφη προσωπικότητα, με μεγάλη ευαισθησία, αλλά και εκρηκτικό ταμπεραμέντο. Οσοι την είχαν γνωρίσει θυμούνται τη λάμψη της και έχουν να διηγηθούν μια μοναδική ιστορία που να την αφορά. Ηταν η Μελίνα όλων των Ελλήνων, ήταν η Μελίνα των ξένων.

Εθνικός Κήρυξ

Μελίνα, ενα ατίθασο, αλλιώτικο κορίτσι

Του Χρήστου Παρίδη

Ηταν μια Αθήνα ειδυλλιακή. Μια ήσυχη, πανέμορφη πόλη με μονοκατοικίες, αυλές, δέντρα, υπέροχα νεοκλασικά και αμέτρητους χωματόδρομους. Σε έναν χωματόδρομο του Κολωνακίου, στην οδό Τσακάλωφ 26, σε ένα τετραώροφο σπίτι του 19ου αιώνα, γεννήθηκε και μεγάλωσε η Μελίνα Μερκούρη. Το σπίτι της μητέρας της Ειρήνης Λάππα και των δύο θείων της. Ηταν δεν ήταν τεσσάρων χρονών, όταν μετά από ένα κατσάδιασμα της μάνας της κι ένα σκαμπίλι που έφαγε, μάζεψε λιγοστά πράγματα σε ένα μικρό ντορβά και κίνησε να πάει στου παππού της Σπύρου Μερκούρη, τον δήμαρχο της Αθήνας, αγαπητό σε όλους τους Αθηναίους, που εκείνα τα χρόνια, μέσα της δεκαετίας του ’20, αριθμούσαν λιγότερους από 300.000.

Η Μελίνα, λοιπόν, από μικρό παιδάκι απέδειξε τον ατίθασο χαρακτήρα της, αλλά και το ανεξάρτητο πνεύμα της. Κάτι που της το καλλιέργησε η απόλυτη σχέση του παππού της μαζί της, ο οποίος, έχοντας χάσει μια κόρη σε νεανική ηλικία, έβλεπε στο πρόσωπο της χαρισματικής εγγονής, πρωτότοκης κόρης του γιου του Σταμάτη, την αγαπημένη δική του κόρη που χάθηκε μικρή. Ανέβαιναν στην άμαξα για βόλτα και καθώς διέσχιζαν τη γοητευτική πρωτεύουσα εκείνης της χαρισάμενης εποχής, της εμφυσούσε μια παθιασμένη αγάπη για την Αθήνα. Στο σπίτι του στην οδό Κανάρη 9 οι πόρτες ήταν πάντα ανοιχτές για τους πάντες. Πολιτικοί, φίλοι, ακαδημαϊκοί, πλούσιοι, φτωχοί, άντρες, γυναίκες, παιδιά, όλοι όσοι ήθελαν κάτι από τον δήμαρχο περνούσαν το κατώφλι του χωρίς ειδική άδεια. Και στο τεράστιο στρογγυλό τραπέζι της σάλας ήταν καλοδεχούμενοι όσοι βρίσκονταν την ώρα του φαγητού εκεί. Δεξιά του Μερκούρη καθόταν πάντα η πολυαγαπημένη του εγγονή. Ετσι, δίπλα του και μέσα σ’ εκείνο το σπίτι, η Μελίνα έμαθε να συναναστρέφεται κάθε λογής ανθρώπους, από τους πιο ισχυρούς μέχρι τους πιο ταπεινούς. Κι αυτό την ακολούθησε σε όλη της τη ζωή. Ίσως, μάλιστα, αυτό να ήταν και το πραγματικό, το μεγαλύτερό της ταλέντο. Το απίστευτο επικοινωνιακό της χάρισμα, η ικανότητα να συνομιλεί και να συναναστρέφεται τόσο αντιφατικούς μεταξύ τους ανθρώπους, νιώθοντας όμως το ίδιο άνετα, την ίδια εξοικείωση, είτε βρισκόταν μέσα σε παλάτι είτε στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, όταν ώριμη πια εκπροσώπησε ως βουλευτής την πιο υποβαθμισμένη περιοχή του λιμανιού. Ονειρευόταν ότι μια μέρα θα γινόταν ηθοποιός κι έτσι διάβαζε πολύ θέατρο, όπως και πολλή ιστορία. Γιατί από την παιδική ηλικία και μέχρι την ωριμότητά της λες και μεσολάβησε μια ολόκληρη περίοδος προετοιμασίας και εκπαίδευσής της στον ανθρώπινο πολιτισμό, που εν τέλει, στον κολοφώνα της πολιτικής της καριέρας, θα απέδιδε σημαντικούς καρπούς. Από τις χειρότερες μαθήτριες στο σχολείο, περνούσε τις τάξεις με χίλια ζόρια, συχνά με το σπρώξιμο του παππού. Εβρισκε το μάθημα τρομερά πληκτικό και της ήταν αδύνατον να αφοσιωθεί στη διδασκαλία και στο διάβασμα. Αντιθέτως, ονειροπολούσε. Μορφωνόταν με τον δικό της τρόπο για όλα εκείνα που την ενδιέφεραν και δεν την έκαναν να πλήττει. Ηταν, όμως, αδύνατον να πειστεί η οικογένειά της των πολιτικών να την αφήσει να ανέβει στο σανίδι. Αλλες ήταν οι προσδοκίες της τάξης τους, τόσο από την πλευρά της μάνας Λάππα, με αδέλφια έναν ναύαρχο κι έναν διπλωμάτη, όσο και από την άλλη, των Μερκούρηδων, με τον πατέρα φιλοβασιλικό βουλευτή που βρισκόταν στην εξορία επειδή αντιτάχθηκε στη δικτατορία του Μεταξά.

Εθνικός Κήρυξ

Στο μεταξύ, οι γονείς είχαν χωρίσει, αλλά κοινή συναινέσει. Μέχρι που εμφανίστηκε ως από μηχανής θεός ένας άντρας. Ο Παναγής Χαροκόπος ήταν καμιά δεκαπενταριά χρόνια μεγαλύτερός της, πράγμα φυσιολογικό εκείνη την εποχή, οικονομικά πανίσχυρος και ως απόφοιτος του Κέμπριτζ ιδιαίτερα καλλιεργημένος και ελεύθερο πνεύμα. Ταυτόχρονα, τρομερά ερωτευμένος μαζί της. Το πρώτο πράγμα που του ζήτησε για να τον παντρευτεί (γιατί ήταν δική της η απόφαση) ήταν να την αφήσει να παίξει στο θέατρο. Εκείνος συμφώνησε, και μάλιστα με μεγάλη του χαρά! Όχι μόνο αυτό, αλλά της πρότεινε να ζήσουν στο εξωτερικό, αν ήθελε να κάνει καριέρα υψηλών στόχων. Στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, όπου ήθελε! Εκείνη ήθελε την Αθήνα, την πόλη που λάτρευε. Παντρεύτηκαν κρυφά, χωρίς τη συγκατάθεση της οικογένειάς της, σ’ ένα χωριό κοντά στην Καλαμάτα. Εγκαταστάθηκε μαζί του σε ένα από τα πολυτελέστερα ρετιρέ της πόλης, Ακαδημίας 4, και με τη συνδρομή του φίλου της Δημήτρη Χορν μπήκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Η οικία του ζεύγους Χαροκόπου, χάρη στη Μελίνα, έγινε ένα ανοιχτό για όλους σπίτι, σαν εκείνο του Σπύρου Μερκούρη. Μπαινόβγαιναν οι πάντες –με σχετική δυσφορία από την πλευρά του οικοδεσπότη, η αλήθεια είναι– και εκεί λάμβαναν χώρα μερικά από τα ωραιότερα γλέντια και τις πλέον ενδιαφέρουσες συζητήσεις της Αθήνας. Ηθοποιοί, σκηνοθέτες, διανοούμενοι, κοσμικοί και μη παρέλασαν από κει, όπου μπορούσε κανείς να πει και ν’ ακούσει τα πλέον αδιανόητα και εξωφρενικά θέματα ταμπού, που σε κανένα μεγαλοαστικό σαλόνι δεν συζητιόντουσαν.

Οταν ξέσπασε ο πόλεμος και ο Χαροκόπος έσπευσε να υπηρετήσει ως αξιωματικός του Ναυτικού στην Κέρκυρα, από τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι τον Απρίλιο του 1941 –εποχή μεγάλης δόξας και εθνικής ανάτασης χάρη στις νίκες στο αλβανικό μέτωπο, μέχρι που η Αθήνα έπεσε στα χέρια των Γερμανών–, η Μελίνα πέρασε μαζί με φίλους, φίλες, τον μικρότερο αδελφό της Σπύρο και πλήθος θεατρανθρώπων μέσα στο σπίτι εκείνο μία από τις πλέον συναρπαστικές περιόδους. Μετά ακολούθησε η σκοτεινή Κατοχή.

Εθνικός Κήρυξ

Μεγάλες στιγμές από την αρχή μέχρι το τέλος

Ο πρώτος άντρας της ζωής της:«Ο πρώτος άντρας που αγάπησα ονομαζόταν Σπύρος. Ήταν υπερβολικά όμορφος, υπερβολικά γοητευτικός. Το στόμα του μύριζε γλυκύτερα από το στόμα οποιουδήποτε άντρα που γνώρισα ποτέ. Λάτρευα το αγκάλιασμά του, ένα αγκάλιασμα που ήταν αρωματισμένο με ροδόνερο και βασιλικό. Ηταν δυνατός. Ηταν ψηλός. Αγαπούσε τη γυναίκα του και την απατούσε. Αγαπούσε τους γιους του και τους φρόντιζε. Ενιωθε πάθος για μένα κι αυτό έκανε τα παιδικά μου χρόνια πολύ ευτυχισμένα. Ο Σπύρος ήταν παππούς μου. Ηταν επίσης δήμαρχος της Αθήνας επί τριάντα χρόνια….»

Πάθος και έρωτας: «Εμένα όποιος άνδρας με γνωρίσει, με το Καλημέρα χωρίζει τη γυναίκα του», συνήθιζε να λέει, καθώς οι τέσσερις δεσμοί που είχε κάνει, ήταν με παντρεμένους (τον Πάνο Χαροκόπο, τον Φειδία Γιαδικιάρογλου, τον Πύρρο Σπυρομήλιο και τον Ζυλ Ντασέν). «Οι έρωτές μου με σημάδεψαν πάρα πολύ. Οι έρωτες μου, τα ερωτάκια μου να πούμε! Και ήταν δύο οι μεγάλοι. Και ο ένας εξακολουθεί ακόμα. Είναι ακόμα έρωτας…», δήλωνε λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή. Η Μελίνα είχε μιλήσει ανοιχτά για τον έρωτα, τους δεσμούς της και τους άντρες της ζωής της. Η Μελίνα Μερκούρη παντρεύτηκε για πρώτη φορά σε πολύ νεαρή ηλικία τον πλούσιο κτηματία Παναγή Χαροκόπο. Πριν από την επίσημη λύση του γάμου τους η Μελίνα ερωτεύτηκε έναν άντρα, με καλή φήμη μόνο στον υπόκοσμο. Τον μεγαλομαυραγορίτη και συνεργάτη των Γερμανών, Φειδία (Αλέξη) Γιαδικιάρογλου. Οπως ήταν φυσικό, αυτή η σχέση δεν κράτησε πολύ. Ο δεύτερος γάμος της ήταν με τον Ζυλ Ντασέν το 1966, στο δημαρχείο της Λωζάνης. «Η μοιραία συνάντηση, που αλλάζει τη ζωή μου τελεσίδικα. Η μοιραία στροφή στη ζωή μου, στην καριέρα μου, στην ψυχή μου είναι ο Ζυλ Ντασέν», κατέληγε η Μελίνα σε μία από τις συνεντεύξεις της.

Εθνικός Κήρυξ

Συρτάκι στις Κάννες: Το 1960 η Μελίνα Μερκούρη πρωταγωνίτησε στη θρυλική ταινία «Ποτέ την Κυριακή» σε σκηνοθεσία και σενάριο Ζυλ Ντασέν. Πρόκειται για μία από τις διασημότερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου, κυρίως λόγω της βραβευμένης με Οσκαρ μουσικής που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις. Η ταινία ταξίδεψε στο Φεστιβάλ των Καννών, καθώς το «Ποτέ την Κυριακή» ήταν υποψήφιο για τον Χρυσό Φοίνικα, αλλά τελικά κέρδισε μόνο το βραβείο πρώτου Γυναικείου Ρόλου που απονεμήθηκε στην Μελίνα Μερκούρη, η οποία μοιράστηκε το βραβείο με τη Ζαν Μορό του Μοντεράτο Καντάμπιλε. Στην ιστορία, όμως, δεν έμεινε τόσο το βραβείο, όσο το γλέντι που ακολούθησε! Πολλά ειπώθηκαν για εκείνη τη βραδιά και άλλα τόσα μετέφεραν οι δημοσιογράφοι της εποχής: τον Ντασέν να χορεύει χασάπικο πάνω σε τραπέζι, τον Γιώργο Φούντα να μαθαίνει ζεϊμπέκικο στη Χάγια Χαραρίτ, την Μπέτσι Μπλερ να ακολουθεί στο τσα-τσα τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Γιώργο Ζαμπέτα να παίζει και τον κόσμο να κινείται σε ρυθμούς «συρτάκι». Η Μελίνα Μερκούρη έκανε «χαμό», μαθαίνοντας στους ξένους πώς να σπάνε πιάτα και ποτήρια αλά ελληνικά και αφήνοντάς τους όλους αποσβολωμένους από το κέφι, το μπρίο και την ενέργειά της.

Γεννήθηκε και πέθανε Ελληνίδα: Η Μελίνα είχε γίνει ήδη γνωστή διεθνώς, όταν το 1967 έφυγε για το Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης, για να παίξει στο «Ίλια Ντάρλινγκ» με τον Ζυλ Ντασσέν, με τον οποίον είχαν παντρευτεί την προηγούμενη χρονιά. Τα μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου, ο Μάνος Χατζιδάκις τηλεφώνησε σε εκείνην και στον Ζυλ για να τους πει ότι στην Ελλάδα έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα. Η Μελίνα έκανε δηλώσεις στις τηλεοπτικές κάμερες των αμερικανικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, κλαίγοντας και εκλιπαρώντας για την χώρα της. Ελεγε χαρακτηριστικά, με δάκρυα στα μάτια: «Σας παρακαλώ μην πάτε στη χώρα μου». Για τις δηλώσεις αυτές, η χούντα θα της αφαιρέσει την ελληνική ιθαγένεια στις 12 Ιουλίου του ίδιου χρόνου. Εκείνη θα απαντήσει με το ιστορικό πλέον: «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας».

Από τον Νοέμβριο του 1967 και επί τρεις μήνες, το FBI την παρακολουθούσες παντού, ενώ υπήρχε προειδοποίηση ότι θα γίνει δολοφονική απόπειρα εναντίον της. Με τον Ζυλ Ντασσέν, με τον Μίκη Θεοδωράκη, με άλλους φίλους, η Μελίνα έγινε ο εφιάλτης της χούντας. Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς γνώρισε και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ξεκίνησε πολιτική περιοδεία στις ευρωπαϊκές χώρες, ενώ συμμετείχε σε διαδηλώσεις, απεργίες πείνας, συναυλίες και πολιτικές εκδηλώσεις.

Η Μελίνα έδινε συνεντεύξεις, έκανε ομιλίες, τραγουδούσε ενάντια στους συνταγματάρχες και η χούντα αντέδρασε, απαγορεύοντας στην Ελλάδα τα τραγούδια της και δεσμεύοντας την περιουσία της. Στις 7 Μαρτίου του 1969, στο θέατρο της Γένοβας έγινε βομβιστική επίθεση εναντίον της με βόμβα πέντε κιλών, ευτυχώς χωρίς θύματα.

Στο πλαίσιο της ίδιας περιοδείας, έγινε επίθεση εναντίον της από φασιστική οργάνωση στο Βέλγιο. Ο θάνατος του πατέρα της την βρήκε στη ξενιτιά, χωρίς ιθαγένεια και χωρίς διαβατήριο, ενώ στον θάνατο της μητέρας της το 1972, της επέτρεψαν την είσοδο στη χώρα για λίγες ώρες.

Στις 26 Ιουλίου του 1974, δύο μόλις μέρες μετά την πτώση της χούντας, επιστρέφει στην Ελλάδα. Στο αεροδρόμιο γίνεται διαδήλωση, θα κατέβει από το αεροπλάνο κάνοντας το σήμα της νίκης και θα χαθεί στις αγκαλιές των αγαπημένων της.

Εθνικός Κήρυξ

Tα Γλυπτά του Παρθενώνα: Οραματιζόταν μέχρι τον θάνατό της την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο. Η ίδια ξεκίνησε την εκστρατεία θίγοντας το θέμα επίσημα στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της UNESCO τον Ιούλιο του 1982 στο Μεξικό. «Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Γλυπτά του Παρθενώνα για μας», δήλωνε. «Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας». Και τόνιζε: «Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Γλυπτά του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα, σας λέω πως ναι, θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ». Προκειμένου να υποβοηθηθεί το αίτημα της επιστροφής των Γλυπτών, το 1989 προκήρυξε διαγωνισμό για την κατασκευή ενός νέου Μουσείου της Ακρόπολης, δίνοντας παράλληλα έμφαση στις εργασίες αναστήλωσης της Ακρόπολης, αλλά και στη διάσωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.Το 1983 έθεσε το ερώτημα «Πώς είναι δυνατόν μια κοινότητα που στερείται την πολιτιστική της διάσταση να μπορεί να αναπτυχθεί;» ενώπιον των υπουργών Πολιτισμού της τότε ΕΟΚ, σημειώνοντας, πως ο πολιτισμός «είναι η ψυχή της κοινωνίας» και πως η ευρωπαϊκή ταυτότητα «βρίσκεται ακριβώς στο σεβασμό της ιδιαιτερότητας και στο να δημιουργήσουμε ένα παράδειγμα ζωντανό μέσα από ένα διάλογο των πολιτισμών της Ευρώπης. Η φωνή μας είναι καιρός να ακουστεί με την ίδια δύναμη όπως αυτή των τεχνοκρατών. Ο πολιτισμός, η τέχνη και η δημιουργία, δεν είναι λιγότερο σημαντικά από το εμπόριο, την οικονομία, την τεχνολογία». Ετσι ξεκίνησε ο θεσμός της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης», που υλοποιήθηκε το 1985 με πρώτη Πολιτιστική Πρωτεύουσα την Αθήνα.

Τσιγάρο… μέχρι το τέλος: Η Μελίνα Μερκούρη είχε μία σχέση πάθους με το τσιγάρο, κάτι που μαρτυρούν και οι φωτογραφίες της, στις οποίες εμφανίζεται σχεδόν παντού να καπνίζει. Η ίδια συνήθιζε να λέει, ότι το τσιγάρο της χάρισε χιλιάδες ευχάριστες στιγμές, ωστόσο, πολλοί ήταν εκείνοι που θεωρούσαν πως δεν άρμοζε σε μία γυναίκα να καπνίζει ή πως το τσιγάρο της αφαιρούσε ποιότητα και κομψότητα. «Παραλίγο να με λιντσάρουν επειδή κάπνιζα», είχε πει σε συνέντευξή της και λίγο αργότερα ζήτησε συγγνώμη και άναψε τσιγάρο μπροστά στην κάμερα, λέγοντας πως δεν μπορούσε να κρατηθεί.

Το τέλος: 6 Μαρτίου του 1994 το γέλιο της Μελίνας Μερκούρη σταματάει να αντηχεί. Νικημένη από τον καρκίνο η Πασιονάρια της Ελλάδας έχασε μια από τις πολλές μάχες που παραδόθηκε αλλά είχε δώσει τον αγώνα της όπως εκείνη θέλησε.

Η Μανουέλλα Παυλίδου, γραμματέας και έμπιστη φίλη της Μελίνας μοιράστηκε τη δύναμή της ακόμη και στον επίλογο της ζωής της. «Ενας σημαντικός τσακωμός για μένα που είχα μαζί της και μου σημάδεψε αργότερα και όλη μου τη ζωή ήταν όταν ήταν να φύγει για το τελευταίο της ταξίδι στην Αμερική, για την εγχείρηση» λέει.«Είχαμε τσακωθεί πολύ έντονα, εγώ τότε δούλευα στο Mega, και της λέω ‘δεν πρόκειται να έρθω στην Αμερική μαζί σου’. ‘Δεν με νοιάζει, να μην έρθεις’ απαντάει και τελειώνει εκεί το θέμα. Μια εβδομάδα πριν τηλεφωνεί και μου ανακοινώνει: ‘κοίταξε να δεις, δώσε μου το διαβατήριό σου. Θα σου βγάλω εισιτήριο και θα έρθεις μαζί μου στην Αμερική, γιατί έχω μια υποψία ότι θα πεθάνω. Και αν πεθάνω, δεν θα μπορέσεις να ζήσεις με τις τύψεις που θα έχεις’. Είχε μια ψυχραιμία με τον θάνατο. Ήταν μια γυναίκα που φοβόταν πάρα πολύ τον καρκίνο. Όταν η ίδια έμαθε ότι είχε το ’88, είπε: ‘Πολύ καλά’ και δεν ξαναμίλησε ποτέ γι’ αυτό, ούτε τη λέξη δεν αναφέραμε, ενώ τον θάνατο τον αντιμετώπιζε πολύ ψύχραιμα. Ελεγε: ‘Λες να πεθάνω, νικημένη από τον καρκίνο;’».

Πηγή:CNN

Πηγή:www.ekirikas.com

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on linkedin
LinkedIn
Share on pinterest
Pinterest
Share on whatsapp
WhatsApp

Σχετικά άρθρα

εγγραφείτε στο newsletter μας

Συμφωνώ ρητά να λαμβάνω το ενημερωτικό δελτίο και ξέρω ότι μπορώ εύκολα να καταργήσω την εγγραφή ανά πάσα στιγμή

don't worry
be happy.

share with the world

Share on facebook
Share on twitter
Share on pinterest
Share on linkedin
Share on whatsapp